Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Respect για τον Κύριο Καθηγητή

Παρασκευή μεσημέρι, ήλιος με δόντια στην Πανεπιστημιούπολη. Αρκετή κινητικότητα, τελευταία εργαστήρια και παραδόσεις πριν αρχίσει η εξεταστική, οι φοιτητές παραδοσιακά αυτές τις μέρες παραδοσιακά ανεβαίνουν στο Πανεπιστήμιο να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες του εξαμήνου οι μεν, να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται ψάχνοντας για σημειώσεις και πρόγραμμα εξεταστικής οι δε.

Φεύγω για μια στιγμή απ’ τον Τομέα μου και περπατώ σε όχι και τόσο γνώριμους διαδρόμους, αν και είμαι ακόμη στο ίδιο κτίριο. Όλα τα Τμήματα έχουν την ίδια αίσθηση, εύκολα μπερδεύεσαι. Αλλάζουν μόνο οι γραμματοσειρές στις πινακίδες και το χρώμα στις πόρτες των γραφείων και των εργαστηρίων. Ψάχνω έναν Καθηγητή. Δεν του χρωστάω ασκήσεις, δεν έχω απορίες, δεν πάω να πάρω σημειώσεις, δεν είναι καν Καθηγητής του Τμήματος μου. Ξέρω μόνο από μια φωτογραφία πως μοιάζει.

Πρώτο γραφείο αριστερά. η πόρτα μισάνοιχτη, έτσι ώστε να καταλαβαίνει κανείς ότι είναι διαθέσιμος, αλλά να μην ενοχλείται και ο ίδιος όταν δουλεύει, παρ’ όλο που ο διάδρομος σε γενικές γραμμές φαίνεται αρκετά ήσυχος, για τα δικά μου δεδομένα τουλάχιστον. Έχοντας διαβάσει το βιογραφικό, 2-3 δημοσιεύσεις, ακόμα και αν είναι εκτός του δικού σου αντικειμένου και μια συνέντευξη, είσαι τις περισσότερες φορές σε θέση να ξέρεις τι θα περιμένεις από μια πρώτη συνάντηση.

Όταν δε αυτός ο Καθηγητής έχει βραβευθεί για εξαιρετική διδασκαλία, περιμένεις ότι με κάποιο τρόπο θα κερδίσει κι εσένα, ακόμη κι αν η συνάντηση δεν γίνεται από έδρας και δεν κρατάς σημειώσεις. Ο Κύριος Καθηγητής είναι ευγενέστατος, το γραφείο του δείχνει έναν άνθρωπο ο οποίος δουλεύει πολύ. Στην πορεία της κουβέντας μας, επισημαίνει την ακαταστασία. Του απαντώ ότι γραφείο που είναι απολύτως άδειο και τακτικό εν ώρα εργασίας, δείχνει άνθρωπο ο οποίος δεν δουλεύει πραγματικά. Μιλάμε για την παιδεία, όχι την εκπαίδευση, για την Ελλάδα σήμερα, για το Πανεπιστήμιο του σήμερα και πως φτάσαμε ως εδώ. Χαζεύω τα βιβλία του. Τα μάτια μου διαβάζουν μια δημοσίευση που έχει πάνω στο τραπέζι, μειδιά.

Στην αρχή αρνείται ευγενικά την πρόταση μου, θέλω να τον προσκαλέσω να μιλήσει σε μια ομάδα νέων ανθρώπων που κάνουν συναντήσεις για την παιδεία, τους G30. Του εξηγώ γιατί τον επέλεξα, έναν άνθρωπο άγνωστο σε εμένα, χωρίς συστάσεις από κάπου, ξέροντας το όνομα του μόνο από την εφημερίδα του Πανεπιστημίου και επιβεβαιώνοντας από έναν παλιό φίλο ότι “το μάθημα του είναι δύσκολο στην εξεταστική, γιατί βάζει 9 ερωτήσεις κρίσεως”. Του τα λέω όλα αυτά, επιμένω ότι θα ήθελα πολύ να δεχτεί την πρόσκληση μου, αλλά δεν θέλω να τον πιέσω. Η αύρα του και η ευγένεια του δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο άλλωστε.

Κάποια στιγμή, τον ακούω να μου λέει “Μάλλον απογοητευθήκατε, άλλο περιμένατε από εμένα, μερικές φορές σχηματίζουμε μια εικόνα για έναν άνθρωπο πριν τον γνωρίσουμε”. Όχι. Έχει άδικο. Περίμενα να γνωρίσω έναν άνθρωπο ο οποίος έχει αφιερώσει 45 χρόνια από τη ζωή του στην Έρευνα και τη Διδασκαλία, στη Διδασκαλία και την Έρευνα. Δεν έχει πετάξει ούτε το Δ, ούτε το Ε. Αυτό για τα Μέλη ΔΕΠ στις μέρες μας είναι σπάνιο. Ο ίδιος έχει καταστήσει σαφές από το πρώτο λεπτό ότι δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα, μόνο να κάνει τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο κι ότι δεν θέλει να μπλέκεται με Πολιτική. Συντάσσομαι. Και η στάση του απολύτως σεβαστή.

Απολύτως σεβαστή; Την εποχή της επιφάνειας, απολύτως σεβαστή; Πόσα λεπτά θα έδινε η μέση σοβαρή ενημερωτική εκπομπή σε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει βραβευτεί για να αναπτύξει τη συλλογιστική του για το τι κάνει κάποιον καλό Πανεπιστημιακό Δάσκαλο; Για το τι πρέπει και μπορεί να προσφέρει στην Παιδεία το Δημόσιο Πανεπιστήμιο; Ούτε 10 λεπτά. Και αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων και με πολλή τύχη  να γίνουν και καλές ερωτήσεις ώστε να μπορέσει να εμβαθύνει παραπάνω στο θέμα. Ίσως γι’ αυτό  είπε και ο ίδιος ότι το να αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια, τα τετριμμένα για την κρίση, δεν οδηγούν πουθενά. Αυτό πρέπει να είχε στο μυαλό του τελικά.

Εύχομαι να τον έχουμε σύντομα σε μια κουβέντα με ανθρώπους της γενιάς μου, με πιο φιλόξενες συνθήκες και πολύ και ποιοτικό χρόνο. Και μαζί μ’ εκείνον κι άλλους τέτοιους ανθρώπους που κάνουν τη δουλειά τους και επιλέγουν να μην την επικοινωνούν με έναν τρόπο που δεν τους εκφράζει και πολλές φορές κρίνονται αυστηρά από τα ΜΜΕ γι’ αυτό. Άλλοι τους λένε σνομπ και κακότροπους, ελιτιστές και αντικοινωνικούς, ενώ οι ίδιοι θα προτιμούσαν σαφώς να κρίνονται από το έργο τους και μόνον. Πρόσφατα παραδείγματα, ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος και ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, οι οποίοι απασχόλησαν τα Μέσα με διαφορετική αφορμή ο καθένας, αλλά στο μυαλό μου έχουν κοινά στοιχεία με τον Καθηγητή.

Το όνομα του δεν αναφέρεται στο παρόν άρθρο από επιλογή, καθώς στόχος του δεν είναι να αποτελέσει μέσο πίεσης στο πρόσωπο του για να αποδεχτεί την πρόσκληση μου. Δεν το έχει ανάγκη, έτσι κι αλλιώς. Αντιθέτως, η γενιά μου έχει ανάγκη από την προβολή τέτοιων ανθρώπων, ακόμη και εάν δεν βολεύουν τον μέσο επαγγελματία των Μέσων και της Επικοινωνίας, αφού απαιτούν ίσως μεγαλύτερη υπομονή και προσπάθεια, τόσο από τους ίδιους, όσο και από το κοινό, αρκετές φορές. Όμως τελικά, ξέρω πως αξίζει τον κόπο.


Όπως δημοσιεύτηκε στο aixmi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου